days
hours
minutes
seconds
New Year Flash Sale
Fluent by Summer 2026.

Πώς να προφέρετε τη λέξη 'decent'

decent

Noun
American
/ˈdiːsənt/

ανάλυση συλλαβών

de cent

Πώς λένε οι φυσικοί ομιλητές τη λέξη 'decent'

British
/ˈdiːsənt/

ανάλυση συλλαβών

de cent

Πώς λένε οι φυσικοί ομιλητές τη λέξη 'decent'

Οδηγός Προφοράς στα Αμερικανικά

βήματα προφοράς

  • Βήμα 1: Αρχίστε με τον ήχο /d/ όπως στο ελληνικό 'ντ'.

  • Βήμα 2: Προσθέστε έναν μακρόσυρτο ήχο /iː/ όπως στο 'ή'.

  • Βήμα 3: Τελειώστε με τον ήχο /sənt/ που είναι σαν το ελληνικό 'σεντ'.

κοινά λάθη

  • day-cent (da-cent)

  • dee-cent (dee-cent)

  • die-cent (dai-cent)

Οδηγός Προφοράς στα Βρετανικά

βήματα προφοράς

  • same as American

κοινά λάθη

  • same as American

Συχνές ερωτήσεις

Ποιος είναι ο σωστός τρόπος στόματος για την προφορά του 'decent';

Αρχίστε με τα χείλη σας σε ουδέτερη θέση και κινήστε τη γλώσσα σας πίσω με έναν μακρόσυρτο ήχο /iː/.

Γιατί είναι σημαντική η διαφορά μεταξύ /iː/ και /ɪ/;

Η διαφορά μπορεί να αλλάξει το νόημα της λέξης. Το /iː/ είναι μακρόσυρτο, ενώ το /ɪ/ είναι πιο σύντομο.

Τι λάθη κάνουν συνήθως οι μαθητές με τη λέξη 'decent';

Συχνά προφέρουν το /sənt/ σαν 'sent' ή 'cent', αντί για το σωστό 'sənt'.

ορισμός

decent

Αξιοπρεπής ή αρκετά καλός.

οικογένεια λέξεων

decency

/ˈdiːsənsi/

noun

ήθος

Example: He showed his decency.

indecent

/ɪnˈdiːsənt/

adjective

ανήθικος

Example: That was an indecent act.

decently

/ˈdiːsəntli/

adverb

με αξιοπρέπεια

Example: She dressed decently.

Βασικές διαφορές στην προφορά

Η λέξη 'decent' έχει πιο σύντομη κατάληξη από το 'decency'.

Η λέξη 'decent' αρχίζει με /d/, ενώ το 'indecent' αρχίζει με το πρόθεμα 'in-'.

Το 'decently' έχει την ίδια αρχική συλλαβή αλλά τελειώνει με 'ly'.

Επαγγελματικές συμβουλές

Χρησιμοποιήστε την αργή ακρόαση

Ακούστε και επαναλάβετε μετά τη λέξη με χαμηλή ταχύτητα.

Πρακτική με φίλους

Μιλήστε και εξασκηθείτε με αγγλόφωνους φίλους για καλύτερη προφορά.

Γειτονικές λέξεις

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις που έχουν ακουστικές ομοιότητες με το Decent

advocacy

[ˈædvəkəsi]

alley

/ˈæ.li/

associate

/əˈsoʊʃiˌeɪt/

charitable

/ˈtʃær.ɪ.tə.bəl/

charity

/ˈtʃær.ɪ.ti/

citizen

/ˈsɪtɪzən/

city

/ˈsɪti/

civic

/ˈsɪvɪk/

Άλλες κατηγορίες

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις άλλων κατηγοριών

adjoin

abroad

ability

agenda