Πώς να προφέρετε τη λέξη 'transform'

transform

Noun
American
/trænsˈfɔrm/

ανάλυση συλλαβών

trans form

Πώς προφέρουν οι ντόπιοι τη λέξη 'transform'

British
/trænzˈfɔːm/

ανάλυση συλλαβών

trans form

Πώς προφέρουν οι ντόπιοι τη λέξη 'transform'

Οδηγός Προφοράς στην Αμερικανική

βήματα προφοράς

  • Προφέρετε τον ήχο /træns/ σαν το ελληνικό 'τρανς'.

  • Η δεύτερη συλλαβή είναι /fɔrm/, όπως το ελληνικό 'φορμ'.

  • Τονίστε τη δεύτερη συλλαβή.

συχνά λάθη

  • tran-sform (αναστροφή των συλλαβών)

  • trans-ferm (λανθασμένο μεσαίο σχήμα φωνής)

  • tran-form (παράλειψη δεύτερης συλλαβής)

Οδηγός Προφοράς στη Βρετανική

βήματα προφοράς

  • same as American

συχνά λάθη

  • same as American

Συχνές Ερωτήσεις

Ποιο είναι το κύριο σημείο τομής στον ήχο 'transform';

Η κύρια έμφαση είναι στη δεύτερη συλλαβή /fɔrm/.

Πώς μπορώ να αποφύγω το λάθος 'tran-sform';

Βεβαιωθείτε ότι προφέρετε το 's' ως μέρος της πρώτης συλλαβής /træns/.

Γιατί οι ήχοι μετατρέπονται σε 'ferm';

Μερικοί άνθρωποι συγχέουν το /ɔ/ με το /e/. Προσπαθήστε να κρατήσετε τα χείλη σας πιο ανοιχτά για το /ɔ/.

ορισμός

transform

Λεπτομερή αλλαγή ή μετασχηματισμός μορφής.

οικογένεια λέξεων

transformation

/ˌtræns.fɔrˈmeɪ.ʃən/

noun

Αλλαγή μορφής ή φύσης.

Example: a remarkable transformation

transformer

/trænsˈfɔːr.mər/

noun

Συσκευή που αλλάζει ηλεκτρικό ρεύμα.

Example: a voltage transformer

transforms

/trænsˈfɔrmz/

verb

Τρίτο πρόσωπο μετ. μορφής.

Example: he transforms

Κύριες Διαφορές Προφοράς

Η λέξη 'transformation' προσθέτει τον ήχο /ˌmeɪ/ ενδιάμεσα.

Στο 'transformer', η προφορά καταλήγει με τον ήχο /mər/.

Χρησιμοποιείται το /z/ στο τέλος της λέξης 'transforms'.

Επαγγελματικές Συμβουλές

Δώστε προσοχή στο στρες.

Εστιάστε στην τονισμένη συλλαβή για να επιτύχετε σαφή προφορά.

Χρησιμοποιήστε το IPA.

Η εκμάθηση του IPA μπορεί να σας βοηθήσει να ακούτε και να επαναλάβετε με ακρίβεια.

Συναφείς λέξεις

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις που έχουν ηχητικές ομοιότητες με το Transform

abroad

/əˈbrɔd/

accelerate

/əkˈsɛləˌreɪt/

accident

/ˈæksɪdənt/

accommodate

/əˈkɑːməˌdeɪt/

accompany

/əˈkʌmpəni/

accomplish

/əˈkɑːm.plɪʃ/

afford

/əˈfɔrd/

airline

/ˈɛrˌlaɪn/

Άλλες κατηγορίες

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις εντός άλλων κατηγοριών

adjoin

ability

agenda

achieve